Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Με ή χωρίς το ευρώ η Γερμανία θα είναι παντοδύναμη


          του Πάνου Παναγιώτου
"Η γερμανική πολιτική όσον αφορά στο θέμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ πιο ξεκάθαρη απ' όσο μπορεί να υποθέσει κανείς. Από το ξέσπασμα της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους είχα υποστηρίξει πως, κόντρα στη γενική πεποίθηση, η Γερμανία δε θα έσωζε την ευρωζώνη παρά μόνο αν τα κράτη μέλη αποδέχονταν τη δημιουργία μιας δημοσιονομικής / πολιτικής ενοποίησης στο τιμόνι της οποίας θα έμπαινε η ίδια".

Σε αυτή μου την πρόβλεψη οδηγός δεν ήταν κανείς άλλος παρά η ίδια η γερμανική πολιτική και οι δηλώσεις των αξιωματούχων της χώρας κατά την προηγούμενη νομισματική κρίση των χωρών της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης στις αρχές της δεκαετίες του '90. Όπως και τότε έτσι και τώρα η Γερμανία προτίμησε να αφήσει τους εταίρους της να καούν απ' τις φλόγες της κρίσης πιέζοντας για δημοσιονομικοπολιτική ενοποίηση παρά να αποδεχτεί να μοιραστεί τα χρέη και τα δημοσιονομικά προβλήματα τους μαζί τους.

Έτσι, η υπόθεση μιας Γερμανίας προσκολλημένης πάση θυσία στο ευρώ δεν ήταν τότε και δεν είναι ούτε τώρα αυταπόδεικτη. Αυτό, ιδιαίτερα καθώς για τη Γερμανία θα υπάρχει 'ζωή' τόσο εντός όσο και εκτός ευρώ, παρά τους μεγάλους κινδύνους που θα αντιμετώπιζε από μια ενδεχόμενη διάσπαση ή κατάρρευση του.
 
Εξετάζοντας πιο πρακτικά το ζήτημα, αν η Γερμανία αποχωρούσε απ' το ευρώ θα πλήρωνε το χρέος της στο νέο νόμισμα της που θα ήταν, για παράδειγμα, το νέο μάρκο. Αυτό γιατί από τη μία το ευρώ θα έπαυε να υφίσταται και από την άλλη το δίκαιο των κρατικών ομολόγων της Γερμανίας είναι το γερμανικό και όχι το αγγλικό, γεγονός που θα επέτρεπε την άμεση και χωρίς νομικές κυρώσεις μετατροπή του χρέους της στο νέο εθνικό της νόμισμα. Με τις περισσότερες διεθνείς προβλέψεις να κάνουν λόγο για άνοδο της ισοτιμίας του μάρκου έναντι των υπολοίπων νομισμάτων σε μία τέτοια περίπτωση, η Γερμανία θα έβλεπε το πραγματικό ύψος του χρέους της να μειώνεται. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και στην περίπτωση που μερικές χώρες της σημερινής ΕΕ παρέμεναν στο ευρώ μετά την αποχώρηση των αδύναμων κρίκων, αν πράγματι οι προβλέψεις των διεθνών τραπεζών που κάνουν λόγο για ανατίμηση ενός τέτοιου neuro, δηλαδή ενός νέου ευρώ, επαληθεύονταν.
Τότε, τα κράτη της νέας μικρής αλλά σούπερ ευρωζώνης θα απολάμβαναν μείωση της πραγματικής αξίας του χρέους τους, η οποία θα μπορούσε να συμψηφίσει ένα ενδεχόμενο πλήγμα στις εξαγωγές τους. Οι εταιρίες τους θα μπορούσαν να αποδεχτούν μία μείωση τους ποσοστού κέρδους τους κάνοντας εκπτώσεις στις τιμές των προϊόντων τους ώστε να περιορίσουν μια ενδεχόμενη μείωση των εξαγωγών τους, ιδιαίτερα αν αυτό γινόταν με την παράλληλη στήριξη τους από πολιτικές τόνωσης της οικονομίας, όπως τη μείωση του ΦΠΑ, δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις της νέας ευρωζώνης θα εξοικονομούσαν χρήματα από τη μερική ελάφρυνση του βάρους του χρέους τους.
Από την άλλη πλευρά τα κράτη που θα αποχωρούσαν από την ΕΕ είναι σχεδόν δεδομένο ότι θα προχωρούσαν στην αποπληρωμή μεγάλου τμήματος του χρέους τους που διέπεται από το εθνικό τους δίκαιο ενώ ίσως άφηναν το χρέος τους σε αγγλικό δίκαιο χωρίς αποπληρωμή. Το πρώτο τμήμα του χρέους, δηλαδή αυτό που διέπεται από το εθνικό δίκαιο το οποίο είναι και συντριπτικά υψηλότερο για τα κράτη της ΕΕ, θα αποπληρωνόταν στα νέα εθνικά νομίσματα ενώ το δεύτερο τμήμα του χρέους, αυτό σε αγγλικό δίκαιο, θα γινόταν προσπάθεια να αποπληρωθεί πολύ αργότερα βάσει ειδικών διμερών συμφωνιών ή τελικά να μην πληρωθεί καθόλου, καθώς θα παρέμενε σε ευρώ (ή θα μετατρεπόταν σε κάποιο σκληρό νόμισμα, πιθανώς δολάριο) και έτσι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη η αποπληρωμή του.
Επιπλέον οι χώρες που θα έφευγαν απ' την ευρωζώνη θα είχαν το τη νομική δυνατότητα να προχωρήσουν σε ανατίμηση των νομισμάτων τους για μερικούς μήνες έτσι ώστε να μειώσουν θεαματικά το διεπόμενο από τα εθνικά τους δίκαια χρέος και στη συνέχεια αφού το αποπλήρωναν να επιτρέψουν την ελεύθερη διακύμανση των νέων τους νομισμάτων, κάτι που θα σήμαινε με βεβαιότητα την υποτίμηση τους.
Αυτό, ωστόσο, θα προκαλούσε συντριπτικές απώλειες στις ευρωπαϊκές τράπεζες που κρατούν ομόλογα των χωρών που θα αποχωρούσαν απ' την ΕΕ και θα χρειαζόταν οπωσδήποτε ισχυρή στήριξη από τα κράτη τους. Μια τόσο μεγάλου μεγέθους στήριξη στις τράπεζες θα ψαλίδιζε ακόμη περισσότερο τα οφέλη των κρατών από τη μείωση του χρέους τους εξαιτίας της ανατίμησης του neuro ή των εθνικών τους νομισμάτων. Αν η έξοδος απ' το ευρώ αφορούσε μόνο στην Ελλάδα τότε η βλάβη, αρχικά, θα μπορούσε να είναι διαχειρίσιμη υπό την προϋπόθεση της αποφυγής μόλυνσης και άλλων κρατών. Αν, όμως, η έξοδος της Ελλάδας πυροδοτούσε την έξοδο και άλλων κρατών, τότε οι ισχυρές χώρες της ευρωζώνης θα κατέληγαν να καταγράψουν πολύ γρήγορα πάρα πολύ μεγάλες απώλειες.
Όσο μεγαλύτερη θα είναι η αστάθεια και η βλάβη που θα προέκυπταν από μία μερική ή καθολική διάσπαση της ευρωζώνης τόσο αυξάνονται οι κίνδυνοι για μια σειρά κρατών εντός και εκτός της ΕΕ. Έτσι, ο υπολογισμός των λεπτομερειών του πιθανότερου σεναρίου ιδιαίτερα όσον αφορά στους κινδύνους στη μετά ΕΕ κατάσταση γίνεται εξαιρετικά πολύπλοκος καθώς το που θα προέκυπτε από μια τέτοια εξέλιξη, είναι πολύ δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί σε πραγματικές ζημίες για τη Γερμανία και τις υπόλοιπες χώρες.
Υπάρχει, όμως, κάτι το οποίο είναι σχεδόν σίγουρο και αυτό είναι πως μέσα σε μια κατασκότεινη από την κατάρρευση της ευρωζώνη η Γερμανία, τουλάχιστον στην αρχή, θα έμοιαζε ως ο μοναδικός ήλιος και έτσι αν είναι μια χώρα που θα μπορούσε να επιβιώσει με μεγαλύτερη ευκολία στην 'επόμενη ημέρα' αυτή μάλλον είναι η Γερμανία. 
Για παράδειγμα, δεδομένου ότι περίπου το 26% των παγκόσμιων αποθεματικών σε συνάλλαγμα είναι σήμερα σε ευρώ και λαμβάνοντας υπόψη πως περίπου το 18% των αποθεματικών αυτών ήταν σε μάρκο το 1999, το πιθανότερο σενάριο στη περίπτωση διάσπασης της ευρωζώνης θα ήθελε μία μαζική απόσυρση κεφαλαίων την ευρωπαϊκή περιφέρεια προς τη Γερμανία και μια μικρότερη διαρροή κεφαλαίων προς άλλα νομίσματα, όπως το δολάριο. Αν αυτό, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, προκαλούσε μια αύξηση στην τιμή του νέου μάρκου έναντι της σημερινής ισοτιμίας του ευρώ κατά 20-30%, τότε η πραγματική αξία του κρατικού γερμανικού χρέους θα μειωνόταν κατά 400 με 600 δις ευρώ και ως ποσοστό του ΑΕΠ θα έπεφτε κάτω από το 50%.
Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ελάφρυνση του κρατικού προϋπολογισμού από τους τόκους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους και ίσως περαιτέρω μείωση του κόστους δανεισμού της Γερμανίας. Σε μια περίοδο που η μείωση του κρατικού χρέους αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα του αναπτυγμένου κόσμου η Γερμανία θα αναδυόταν και πάλι σε ασφαλή παράδεισο.
Φαίνεται, λοιπόν, έτσι πως είτε εντός είτε εκτός της ευρωζώνης η Γερμανία θα έχει κυρίαρχο ρόλο στη νέα οικονομική τάξη πραγμάτων και είναι από τις ελάχιστες αναπτυγμένες χώρες στον κόσμο σήμερα που μπορεί να βαδίζει προς το μέλλον με σχετικά μεγάλη ασφάλεια. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που αντέχει να ρισκάρει ακόμη και τη διάλυση της ευρωζώνης προκειμένου να εξασφαλίσει τα οφέλη που επιθυμεί πριν δεχτεί να βοηθήσει ουσιαστικά στη σωτηρία της. Αν δε λάβει όσα επιδιώκει από τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, τότε είναι πιθανό να διστάσει πολύ λιγότερο απ' όσο είναι η κοινή πεποίθηση να φύγει απ' αυτό. Με ή χωρίς το ευρώ η Γερμανία θα είναι παντοδύναμη.
*Ο Πάνος Παναγιώτου είναι χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής
Πηγή: XrimaNews.gr

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Citi: Τι θα σήμαινε για την Ελλάδα η έξοδος από το ευρώ


Βγαλμένο από τη χολιγουντιανή ταινία «Ο πόλεμος των Ρόουζ» θα έμοιαζε, σύμφωνα με τον γνωστό αναλυτή της Citigroup, Willem Buiter το «διαζύγιο» της Ευρωζώνης: χαοτικό, επιζήμιο και χωρίς νικητές.

Ενδεχόμενη διάσπαση της ομάδας των 17, είτε επρόκειτο για συνολική διάλυση είτε περιλάμβανε την αποχώρηση ενός ή περισσότερων αδύναμων οικονομικά και ανταγωνιστικά χωρών, θα είχε καταστροφικές συνέπειες, προειδοποιεί ο αναλυτής και απορρίπτει το σενάριο μιας οργανωμένης, τακτικής, σταδιακής λύσης των υφιστάμενων πολιτικών, οικονομικών και νομικών δεσμεύσεων και υποχρεώσεων.

Το ελληνικό «διαζύγιο»

Ο Buiter περιγράφει το σενάριο αποχώρησης από την Ευρωζώνη της δημοσιονομικά και ανταγωνιστικά αδύναμης Ελλάδας, δίνοντας μάλιστα πιθανότητα 20%-25% να συμβεί στην πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τον αναλυτή, μετά την έξοδο της χώρας, οι περισσότερες συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών καταθέσεων, του δημόσιου χρέους, των συντάξεων και των μισθών θα αποτιμηθούν στη Νέα Δραχμή, ενώ θα ακολουθήσει μια ραγδαία υποτίμηση του νομίσματος, που μπορεί να φτάσει το 65%, με βάση το παράδειγμα της Αργεντινής. Πριν όμως από αυτό και μόλις η κρυστάλλινη σφαίρα δείξει χρεοκοπία, οι καταθέτες θα αποσύρουν τα κεφάλαιά τους από τις ελληνικές τράπεζες και τα νέα δάνεια και η χρηματοδότηση θα διακοπούν. Προτού ακόμη η χώρα εξέλθει από την Ευρωζώνη, το κράτος, το τραπεζικό σύστημα και κάθε επιχείρηση που ανήκει σε κλάδο με υψηλή εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους, θα αντιμετωπίσουν υψηλό κίνδυνο κατάρρευσης, λόγω της έλλειψης χρηματοδότησης.

Μετά την έξοδο της χώρας, κάθε σύμβαση και χρηματοπιστωτικός τίτλος που υπόκειται σε ξένη νομοθεσία θα εξακολουθήσει κατά πάσα πιθανότητα να αποτιμάται σε ευρώ. Οι ισολογισμοί που θεωρούνταν ισορροπημένοι απουσία κινδύνου νέας αποτίμησης, θα αποσταθεροποιηθούν πλήρως με αποτέλεσμα την αφερεγγυότητα, την αδυναμία εξόφλησης χρεών και τελικά τη χρεοκοπία. Η ελληνική εγχώρια ζήτηση και παραγωγή θα καταρρεύσουν.
Χωρίς τη χρηματοδότηση της τρόικας, ή τη στήριξη της ΕΚΤ για τα κράτη-μέλη που αποχωρούν,  πολλά σημεία άντλησης ρευστότητας ενδεχομένως θα «στέγνωναν», καταθέτες και αποταμιευτές θα πολιορκούσαν τις τράπεζες, ενώ ίσως καταγράφονταν αναταραχές αλλά και έλλειψη τροφίμων ή άλλων ειδών πρώτης ανάγκης.

Η «αποστάτρια» χώρα, αντιμετωπίζοντας τεράστιες διαταραχές στο ισοζύγιο πληρωμών, θα αναγκαζόταν να επιβάλει αυστηρούς ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, στην προσπάθεια της να διατηρήσει μια στοιχειώδη οικονομική τάξη.  Ωστόσο, το άρθρο 63 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να αποκλείει την επιβολή των ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων και πληρωμών, όχι μόνο μεταξύ των 27 μελών της ΕΕ (ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη της Ευρωζώνης ή όχι), αλλά και μεταξύ των μελών της ΕΕ και χωρών εκτός της Ε.Ε. Το άρθρο 63 αναφέρει:

«1. Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.
2. Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύονται όλοι οι περιορισμοί στις πληρωμές μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών».

Ευτυχώς, σημειώνει ο αναλυτής της Citi, για κάθε άρθρο της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης  και της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει ένα άλλο άρθρο ή πρωτόκολλο που νομιμοποιεί το αντίθετο ή ανοίγει ένα παραθυράκι. Τα άρθρα 346, 347, 348 και 352 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε. επικαλούνται την απειλή του πολέμου,  τις σοβαρές εσωτερικές διαταραχές της δημόσιας τάξης και άλλα απρόβλεπτα γεγονότα, ως παράγοντες που δικαιολογούν παράκαμψη των κανόνων που θεσπίζει η Συνθήκη. Τα άρθρα 258-260 παραθέτουν ένα προσχέδιο για το πώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, άλλα κράτη-μέλη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα πρέπει να χειριστούν ένα κράτος-μέλος το οποίο έχει παραβεί υποχρέωση εκ των συνθηκών. Το άρθρο φαίνεται να είναι κομμένο και ραμμένο για μια χώρα που θα επέβαλε ελέγχους στην κίνηση των κεφαλαίων μετά την έξοδο της από την Ευρωζώνη.

Απαραίτητη η καλή πίστη

Εάν μια χώρα εξερχόταν από την Ευρωζώνη σε κλίμα αντιπαράθεσης και εχθρότητας, θα ήταν απίθανο να τύχει της  ανεκτικότητας που θα ήταν δυνατή σε μια συναινετική έξοδο, εκτιμά ο Buiter. Στη χειρότερη περίπτωση, η έξοδος από τη ζώνη του ευρώ θα επιτάχυνε την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στο παράδειγμά της Ελλάδας, η απότομη συρρίκνωση της εξωτερικής αξίας της Νέας δραχμής μετά την έξοδο θα έδινε προσωρινά στη χώρα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αλλά η Ελλάδα (όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία) δεν έχει την ακαμψία στα ονομαστικά μεγέθη που παρουσιάζουν πιο κεϋνσιανές οικονομίες όπως των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου ή ίσως ακόμη και της Ιρλανδίας, οι οποίες θα μετέτρεπαν μια υποτίμηση της ονομαστικής ισοτιμίας σε διαρκές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η έκρηξη του πληθωρισμού σε μισθούς και τιμές λόγω της κατάρρευσης του νομίσματος και της νομισματοποίησης των του εναπομείναντος δημοσιονομικού ελλείμματος, θα αποκαθιστούσε γρήγορα το μη ανταγωνιστικό status quo.
Η επίσημη πρόβλεψη ότι η γενική κυβέρνηση στην Ελλάδα θα εμφανίσει πρωτογενές πλεόνασμα το 2012, φαίνεται αισιόδοξη, σημειώνει ο Buiter. Επιπλέον, το χρέος της Ελλάδας που υπόκειται στο αγγλικό δίκαιο αλλά και στους νόμους της Νέας Υόρκης, περιλαμβανομένων των δανείων από το ΔΝΤ και άλλους επίσημους πιστωτές είναι απίθανο να μην εκτελεστεί ως υποχρέωση ή να απομειωθεί μετά από μια ελληνική έξοδο. Θα παραμείνει έτσι ένα μεγάλο μέρος του δημοσιονομικού ελλείμματος που θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί. Η νομισματοποίηση του υπόλοιπου ελλείμματος με την έκδοση μιας νέας δραχμής, για την οποία θα υπάρχει πολύ μικρή ζήτηση, μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει τη μόνη εναλλακτική λύση χρηματοδότησης.

Το διατηρούμενο έλλειμμα στο ελληνικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και εμπορίου, που θα αντανακλά το δημοσιονομικό έλλειμμα του ιδιωτικού τομέα, καθώς και έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, θα είναι αδύνατο να χρηματοδοτηθούν βραχυπρόθεσμα. Χωρίς εξωτερική χρηματοδότηση, οι εισαγωγές θα καταρρεύσουν, διαταράσσοντας περαιτέρω την εγχώρια παραγωγή που θα έχει ήδη αποδυναμωθεί από την κατάρρευση της εγχώριας ζήτησης. Η συνολική ζήτηση και συνολική προσφορά θα κυνηγούν ή μία την άλλη προς χαμηλότερα σημεία ισορροπίας.

Εάν η Ελλάδα χαράξει το δικό της δρόμο της έξω από την Ευρωζώνη, εξέλιξη που φαντάζει ολοένα πιο πιθανή, λόγω της αυξανόμενης πολιτικής αναταραχής και της οικονομικής αβεβαιότητας και αγωνίας της χώρας, ίσως οι φόβοι πως θα ακολουθήσουν και άλλες χώρες να είναι περιορισμένοι. Εάν όμως η Ελλάδα εξωθηθεί de facto σε φυγή, ας πούμε, επειδή προσπάθησε να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους του μνημονίου ή δε συμμορφώθηκε με τους όρους του προγράμματος της τρόικας με αποτέλεσμα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη να αρνηθούν να χρηματοδοτήσουν το ελληνικό δημόσιο, ή η ΕΚΤ να κλείσει τις στρόφιγγες του δανεισμού για τις ελληνικές τράπεζες, οι αγορές ενδέχεται να αναζητήσουν το επόμενο θύμα.

Το αποτέλεσμα θα ήταν τραπεζικός πανικός και ξαφνική διακοπή χρηματοδότησης του δημοσίου, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων. Ο αυτοεκπληρούμενος φόβος μπορεί να προκαλέσει την πραγματική αποχώρηση της χώρας από τη ζώνη. Ο «ιός» της εξόδου είναι πιθανό να μεταδοθεί στην υπόλοιπη περιφέρεια της Ευρωζώνης -Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία και Ιταλία- και στη συνέχεια να αρχίσει να μολύνει τον «μαλακό πυρήνα» της Eυρωζώνης: Βέλγιο, Αυστρία και Γαλλία.


Πηγή:www.capital.gr