Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Η ΤΡΑΠΕΖΑ: Ο τραπεζικός νόμος του Peel, το μέγεθος και η ποσότητα του χρήματος, η σημασία των επιτοκίων, ο κεντρικά κατευθυνόμενος χρηματοπιστωτικός κλάδος, η εξέλιξη του πολέμου, καθώς επίσης ο φόβος μίας «σοβιετικού τύπου» Ευρώπης




του Βασίλη Βιλιάρδου


“Εάν συνειδητοποιήσουμε ότι, η άνοδος της δύσης, η ανάπτυξη και η πρόοδος της, στηρίχθηκε στο τραπεζικό σύστημα, στην πίστωση καλύτερα, με την ταχυδακτυλουργική δημιουργία νέων χρημάτων από το πουθενά, ενδεχομένως να καταλάβουμε ότι τα θεμέλια, επάνω στα οποία οικοδομούμε αδιάκοπα το μέλλον μας, δεν είναι τόσο σίγουρα, όσο νομίζουμε. Ίσως δε κάποια στιγμή να πάψει ο πλανήτης να ανταλλάσσει τα χωρίς αντίκρισμα χρήματα, με τα «πραγματικά» προϊόντα της φύσης και με την εργασία, σε μη ισορροπημένες, «χειραγωγημένες» ισοτιμίες”.

Ο ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ PEEL

 Ήδη από το 1844, έτος στο οποίο υιοθετήθηκε ο «τραπεζικός νόμος του Peel» στη Μ. Βρετανία (19. Ιουλίου), είχε γίνει διεθνώς αποδεκτό το ότι, η ουσιαστική αιτία πίσω από όλους τους «ανοδικούς και καθοδικούς οικονομικούς κύκλους», ήταν η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση – η αύξηση δηλαδή των πιστώσεων εκ μέρους των τραπεζών, η οποία δεν βασιζόταν στις πραγματικές αποταμιεύσεις των Πολιτών.
 Εκείνη την εποχή, στην οποία δεν υπήρχαν ακόμη οι κεντρικές τράπεζες, τα εμπορικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εξέδιδαν χρήματα, κυρίως χαρτονομίσματα ή λογιστικές «υποσχετικές», σε ποσότητες οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τα αποθέματα χρυσού που διατηρούσαν στα θησαυροφυλάκια τους. Με στόχο λοιπόν να καταπολεμηθεί αυτή η «διαστρέβλωση», ο νόμος τουPeel υποχρέωσε τις τράπεζες να καλύπτουν κατά 100% τα νομίσματα που εξέδιδαν, μέσω των καταθέσεων τους(εγγυήσεις) – γεγονός που συμφωνούσε με τις βασικές αρχές του Ρωμαϊκού Δικαίου, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η πλαστογραφία, η χωρίς αντίκρισμα δηλαδή «έκδοση» χρημάτων.
 Εν τούτοις, ο τραπεζικός νόμος του Peel περιορίσθηκε στα «τραπεζογραμμάτια» (μετρητά), χωρίς να λάβει υπ’ όψιν του τα λογιστικά χρήματα – τις «υποσχετικές» δηλαδή μελλοντικών πληρωμών (δάνεια, καταθέσεις κλπ), οι οποίες συνέχισαν να μην έχουν πραγματικό αντίκρισμα. Το αποτέλεσμα του νόμου ήταν δυστυχώς να μεταφέρουν οι τράπεζες το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών τους, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα - για τα οποία η υποχρέωση κάλυψης τους (fractionalreserve) ήταν και είναι ελάχιστη (άρθρο μας). 
 Έτσι λοιπόν συνεχίσθηκε η «τεχνητή» πιστωτική επέκταση, η παραγωγή δηλαδή ακάλυπτων χρημάτων από τις τράπεζες, καθώς επίσης οι «ανοδικοί και καθοδικοί οικονομικοί κύκλοι» - αφού ο νόμος του Peel απλά «μετέβαλλε» τον τρόπο των συναλλαγών, από τα μετρητά στα λογιστικά χρήματα. Η αποτυχία του συγκεκριμένου νόμου, ο οποίος θεσπίσθηκε με στόχο την ριζική αντιμετώπιση της τότε οικονομικής κρίσης (1844), χωρίς ποτέ να επιδιωχθεί η διόρθωση του, είχε σαν αποτέλεσμα να συνεχίζονται έκτοτε οι οικονομικές κρίσεις (φούσκες, υφέσεις, διασώσεις τραπεζών κλπ) στον πλανήτη – γεγονός που συμβαίνει μέχρι σήμερα.
 Αργότερα ιδρύθηκαν οι κεντρικές τράπεζες (πρώτη η Fed το 1913), οι οποίες λειτούργησαν ως το τελευταίο καταφύγιο, ως οι «πιστωτές ανάγκης» δηλαδή των εμπορικών τραπεζών (lender of last resort), έχοντας σαν  βασικό αντικείμενο τη διάσωση τους - με τη βοήθεια της παροχής ρευστότητας σε περιόδους κρίσεων (κάτι ανάλογο ουσιαστικά με το ΔΝΤ, όσον αφορά τη «διάσωση» κρατών).
 Οι δραστηριότητες δε των κεντρικών τραπεζών επεκτάθηκαν και στη διάσωση του δημοσίου τομέα τους, κρίνοντας τουλάχιστον από το ότι, στις 17. Νοεμβρίου του 2004, ο λογαριασμός (λογιστική εγγραφή) «US Treasury» της Fed αντιστοιχούσε στο 89,3% του συνολικού ενεργητικού του συστήματος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας. Αυτό σημαίνει ότι, τα συνολικά «κεντρικά χρήματα» των Η.Π.Α., στα οποία συμπεριλαμβάνονται επίσης τα μετρητά που ευρίσκονται στην κυκλοφορία, είναι καλυμμένα σχεδόν εξ ολοκλήρου από το δημόσιο χρέος της υπερδύναμης (!) 
 Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η κεντρική τράπεζα μίας χώρας είναι υπεύθυνη για την προμήθεια του τραπεζικού συστήματος με «κεντρικά» και μετρητά χρήματα – όπου τα «κεντρικά χρήματα» δημιουργούνται αφενός με την έγκριση δανείων προς τις εμπορικές τράπεζες (έναντι εγγυήσεων), αφετέρου δε με την αγορά συναλλάγματος, πολύτιμων μετάλλων, αξιόγραφων ή άλλων στοιχείων του ενεργητικού, από τις εμπορικές τράπεζες ή τα χρηματιστήρια. Όταν όμως απαιτείται επί πλέον ρευστότητα (τύπωμα χρημάτων) από το σύστημα, όπως συμβαίνει σήμερα (quantitative easing), τότε οι εμπορικές τράπεζες λαμβάνουν χρήματα από την κεντρική, απλά και μόνο με την λογιστική εγγραφή τους στο λογαριασμό που διατηρούν στην κεντρική.      
 Συνεχίζοντας, «ο ιστός της αράχνης» ολοκληρώθηκε αργότερα (1930), όταν ιδρύθηκε η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) - στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετέχουν κεντρικές τράπεζες και κάποιοι «ανώνυμοι» ιδιώτες, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη διάσωση των κεντρικών τραπεζών, σε περίπτωση ανάγκης. Στο τέλος, καταργήθηκε ο κανόνας του χρυσού (1971), με αποτέλεσμα να «εγκατασταθούν», να λειτουργούν δηλαδή διεθνώς «πλαστά» χρηματοπιστωτικά συστήματα -αφού δεν στηρίζονται σε πραγματικά χρήματα.
 Πρόσφατα δε οι τράπεζες, με πιθανό στόχο την πλήρη «εξαέρωση» όλων των υποχρεώσεων τους, την παροχή εγγυήσεων δηλαδή για τα νομίσματα που εκδίδουν, επιδιώκουν να καταργήσουν εντελώς τα μετρητά χρήματα – όπως τουλάχιστον συμπεραίνεται ελεύθερα από την («πιλοτικά» στην Ελλάδα) απαίτηση της αποκρατικοποιημένης Πολιτείας να μην επιτρέπει πλέον συναλλαγές μετρητοίς, άνω των 3.000 €, δήθεν για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

 Όπως είναι γνωστό από την οικονομική θεωρεία, «Στα πλαίσια της διαδικασίας παραγωγής και ανταλλαγής αγαθών, τα χρήματα οφείλουν να φροντίζουν για την πληρωμή των αγαθών, για τις τιμές τους  (προσδιορισμός της αξίας τους), καθώς επίσης για τη διαχρονική διατήρηση της αξίας των αγαθών, των προϊόντων και των υπηρεσιών δηλαδή, σε χρήμα». Για να μπορούν όμως τα πάσης φύσεως χρήματα να ανταποκρίνονται στις λειτουργίες τους, ο υπεύθυνος για την «παραγωγή» τους θα πρέπει να εξασφαλίζει τις παρακάτω προϋποθέσεις:      
 (α)  Να είναι το χρήμα υποχρεωτικά αποδεκτό από όλους όσους συναλλάσσονται μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας χρήματα με προϊόντα και υπηρεσίες
 (β)  Να υπάρχει μία διαχρονικά σταθερή αγοραστική αξία του χρήματος, έτσι ώστε να μπορεί, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιηθεί αποταμιευτικά.
 (γ) Να υφίσταται ένας υπεύθυνος, ο οποίος να εγγυάται απόλυτα για τα χρήματα που διακινούνται στην εκάστοτε αγορά.  
 Αυτός τώρα που εξασφαλίζει τις παραπάνω προϋποθέσεις, «ο παραγωγός του χρήματος» δηλαδή στις σύγχρονες Οικονομίες, δεν είναι άλλος από το κράτος – δια μέσου της Κεντρικής Τράπεζας του η οποία, σε συνεργασία με τις εμπορικές τράπεζες, φροντίζει να «τυπώνει» το απαραίτητο χρήμα, καθώς επίσης να εγγυάται για τη σωστή λειτουργία του.
 Το συνολικό «μέγεθος» τώρα του χρήματος που κυκλοφορεί σε μία Οικονομία, είναι το γινόμενο (πολλαπλασιασμός) της ποσότητας του χρήματος που υπάρχει, επί την ταχύτητα της ημερήσιας κυκλοφορίας του – η οποία συνήθως θεωρείται σταθερή. Εάν δηλαδή έχουμε 100 €, τα οποία διακινούνται πέντε φορές την ημέρα, τότε το μέγεθος του χρήματος είναι 100Χ5 = 500 €.
 Περαιτέρω, η «αγοραστική αξία» του χρήματος υπολογίζεται πάντοτε από τη ποσότητα των διαθεσίμων αγαθών, σε σχέση με το συνολικό «μέγεθος» του χρήματος που κυκλοφορεί (ποσότητα επί ταχύτητα).
 Για παράδειγμα, εάν σε μία οικονομία η αγοραστική αξία του χρήματος παραμένει διαχρονικά σταθερή, τότε το ποσοστό αύξησης της παραγωγής χρήματος επί την ταχύτητα κυκλοφορίας του, συμβαδίζει με το ποσοστό αύξησης της παραγωγής αγαθών. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, έχουμε τόσα χρήματα στην αγορά, όσα και προϊόντα (ΑΕΠ).  
 Εάν όμως διαπιστωθεί ότι, η μέση ετήσια αγοραστική αξία του χρήματος μειώνεται, τότε αυτό σημαίνει ότι, στη συγκεκριμένη οικονομία η μέση ετήσια παραγωγή η/και η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος αυξάνεται γρηγορότερα, από ότι αυξάνει η μέση ετήσια παραγωγή αγαθών (πληθωρισμός). Είναι δυνατόν όμως να αυξάνεται η ποσότητα χρήματος από την κεντρική τράπεζα μίας χώρας, χωρίς να χάνει το χρήμα την αγοραστική αξία του βραχυπρόθεσμα, χωρίς να επακολουθεί πληθωρισμός δηλαδή, εάν μειώνεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του από τους Πολίτες – οι οποίοι «κινούν βραδύτερα» τα χρήματα που έχουν στη διάθεση τους, διαθέτοντας τα όχι τόσο συχνά στην κατανάλωση (όπως μάλλον συμβαίνει σήμερα στις Η.Π.Α.).  
 Ολοκληρώνοντας, από την παραπάνω μικρή περιγραφή τεκμηριώνεται ότι, η «διαχείριση» των ποσοτήτων του χρήματος σε μία Οικονομία είναι αποκλειστικό, «μονοπωλιακό» δηλαδή προνόμιο των τραπεζών – επομένως είναι μία ουσιαστικά κεντρικά κατευθυνόμενη διαδικασία, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπάγεται στις αρχές της ελεύθερης αλλά της κεντρικά κατευθυνόμενης αγοράς (κομμουνισμός).

ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

 Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα σημερινά χρήματα είναι στην πραγματικότητα «ακάλυπτα» – αφού δημιουργούνται «μονοπωλιακά» από τις τράπεζες και την πίστωση (άρθρο μας), χωρίς να έχουν κανενός είδους αντίκρισμα. Το επιτόκιο τώρα, είναι ουσιαστικά το κέρδος που «χρεώνεται», για τη χρησιμοποίηση των δανειακών χρημάτων – με το «φυσιολογικό επιτόκιο» να ορίζεται ως αυτό που εξισορροπεί τις αποταμιεύσεις με τις επενδύσεις, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διαχρονική σταθερότητα σε μία Οικονομία.
 Ένα τέτοιο «φυσιολογικό επιτόκιο» όφειλε προφανώς να «επέκειτο» στους κανόνες τις ελεύθερης αγοράς, όπου το εκάστοτε μέγεθος του θα καθοριζόταν από την ισορροπία της ζήτησης με την προσφορά. Δηλαδή, εάν η ζήτηση για δανειακά χρήματα αυξανόταν (τα δάνεια πρέπει να έχουν στόχο τις επενδύσεις και ποτέ την κατανάλωση), υπερκαλύπτοντας την προσφορά (αποταμιεύσεις), τότε το επιτόκιο θα αυξανόταν ανάλογα, μέχρι το σημείο που η περεταίρω αύξηση του θα μείωνε τη ζήτηση – αφού οι επενδύσεις θα ήταν πια ασύμφορες.
 Εν τούτοις, το επιτόκιο σήμερα δεν καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά, αλλά από τις κεντρικές τράπεζες (βασικό). Επομένως, η διαμόρφωση του είναι κεντρικά κατευθυνόμενη και μονοπωλιακή - όπως αυτή της ποσότητας των χρημάτων που κυκλοφορούν στις εκάστοτε Οικονομίες οι οποίες, τουλάχιστον όσον αφορά το χρήμα, είναι ουσιαστικά «κομμουνιστικές»(ερμηνεύοντας οικονομικά τον κομμουνισμό, ως ένα κεντρικά κατευθυνόμενο σύστημα).
 Τα αποτελέσματα των κεντρικά κατευθυνόμενων επιτοκίων όσον αφορά τα δάνεια, τα οποία συνάπτονται με ένα τεχνητά χαμηλό επιτόκιο, είναι οι λανθασμένες επενδυτικές τοποθετήσεις – αφού εμφανίζονται συμφέρουσες λόγω του ότι το επιτόκιο είναι τεχνητά χαμηλό, ενώ με ένα «φυσιολογικό επιτόκιο» δεν θα γινόταν. Το γεγονός αυτό επεξηγεί παράλληλα την υπερχρέωση της Ελλάδας, η οποία ουσιαστικά προκλήθηκε από τα τεχνητά χαμηλά επιτόκια του δανεισμού της, λόγω της εισόδου της στην Ευρωζώνη – επίσης άλλων χωρών (Ιρλανδία, Ισπανία κλπ), οι οποίες επένδυσαν στην αγορά των ακινήτων, στηριζόμενες στα τεχνητά χαμηλά επιτόκια των τραπεζών.
 Οι λανθασμένες λοιπόν επενδύσεις, λόγω των αδικαιολόγητα χαμηλών επιτοκίων,  οδηγούν τελικά σε «φούσκες» - οι οποίες «εκρήγνυνται», όταν οι κεντρικές τράπεζες αναγκασθούν να αυξήσουν τα επιτόκια, προς την κατεύθυνση του φυσιολογικού, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο υπερπληθωρισμός. Η υπερχρέωση ενός κράτους είναι ουσιαστικά επίσης μία «φούσκα», η οποία εκρήγνυται όταν αδυνατεί να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του – συνήθως λόγω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού του, πέρα από τα «όρια» της αντοχής του (φοροδοτική ικανότητα των Πολιτών του κλπ). Στον Πίνακα Ι που ακολουθεί φαίνεται η διαχρονική υπερχρέωση των Η.Π.Α.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $, Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $

Έτος
Δημόσιο Χρέος
Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ
Έλλειμμα
1981
1,0
32,5%
-0,08
1985
1,8
43,8%
-0,21
1990
3,2
55,9%
-0,22
1995
4,9
67,0%
-0,16
2000
5,6
57,3%
+0,24
2005
7,9
63,5%
-0,32
2009
11,9
83,4%
-1,41
2010*
13,8
94,0%
-1,42
2011*
15,1
100,0%
-1,27

* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης
Πηγή: Spiegel, Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70.

Από τον Πίνακα Ι τεκμηριώνονται, μεταξύ άλλων, τα καταστροφικά αποτελέσματα της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, τουκυρίαρχου δόγματος καλύτερα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, στις Η.Π.Α. - από τον τότε πρόεδρο Ronald Reagan, για τον οποίο το κράτος δεν αποτελούσε τη λύση για τα προβλήματα, αλλά ήταν το ίδιο πρόβλημα (ως γνωστόν, «απελευθέρωσε» τις αγορές, άνοιξε τα κλειστά επαγγέλματα, αποκρατικοποίησε ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ενίσχυσε τα μέγιστα τοΚεφάλαιο, το οποίο σήμερα προσπαθεί να διαφύγει στην Ασία από την «έξοδο κινδύνου», μείωσε τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές από το 70% στο 28% κλπ). Στην εποχή του δόθηκε τεράστια σημασία στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος διπλασίασε έκτοτε την κερδοφορία του – ενώ πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, το 40% των κερδών όλων των αμερικανικών επιχειρήσεων προερχόταν από τον τραπεζικό τομέα.
 Κλείνοντας, όταν κανείς αντιληφθεί ότι, η σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκε από την επεκτατική πιστωτική πολιτική της Fed, η οποία αύξησε την ποσότητα του χρήματος (κατά 10% περίπου ετήσια από το 2001 – διπλασιασμός σε επτά έτη) και διατήρησε τεχνητά χαμηλά τα επιτόκια, επιχειρείται να αντιμετωπισθεί με μία ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της ποσότητας των χρημάτων (quantitative easing), καθώς επίσης με ακόμη πιο «επιθετικά» χαμηλά, τεχνητά επιτόκια, καταλήγει εύκολα στο συμπέρασμα ότι, «υποδαυλίζεται» μία ακόμη μεγαλύτερη κρίση η οποία θα έχει ασύγκριτα πιο καταστροφικά αποτελέσματα.   
 Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι η ΕΚΤ, η οποία πλέον ακολουθεί την ίδια «μονόπλευρη» πολιτική χρήματος με την Fed, καθώς επίσης με τις Τράπεζες της Ιαπωνίας και της Αγγλίας, αύξησε επίσης την ποσότητα χρήματος (Μ3) στην Ευρωζώνη κατά116% (από 4,4 τρις € στην αρχή του 1999, στα 9,5 τρις € τέλη Απριλίου του 2009).    

ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

 “Ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα δύσκολα μπορεί να διαφοροποιηθεί από τον τρόπο που θέλουμε να τα δούμε….Η καπιταλιστική «ανάπτυξη» δεν είναι σύμφυτη στον ίδιο τον καπιταλισμό (ο καπιταλισμός δεν είναι συνώνυμο της ελεύθερης αγοράς). Είναι η δυναμική της κοινωνίας, στα χέρια μίας καπιταλιστικής ελίτ – μίας ομάδας δηλαδή, στην οποία ανήκουν οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από τα προσόντα της διάνοιας και της θέλησης άνω του κανονικού. Έτσι η ιστορία - για την ακρίβεια, η ιστορία ως μέσο καταγραφής των αλλαγών και των εξελίξεων – είναι η ιστορία της επίδρασης των ελίτ, επάνω στην αδρανή μάζα της κοινωνίας” (J. Schumpeter). 
Μέχρι στιγμής, η παραγωγή του χρήματος είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας των κεντρικών με τις εμπορικές τράπεζες – επίσης ο καθορισμός των επιτοκίων, αφού οι κεντρικές τράπεζες αποφασίζουν μόνο για το εκάστοτε βασικό επιτόκιο.  Πρόκειται λοιπόν για μία κεντρικά κατευθυνόμενη, «κομμουνιστική» διαδικασία, η οποία δεν υπάγεται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς. 
Εάν τώρα οι εμπορικές τράπεζες υποχρεώνονταν στην κατά 100% κάλυψη των πιστώσεων προς τους πελάτες τους, εάν δηλαδή απαιτούταν η παροχή εγγυήσεων εκ μέρους τους όχι μόνο για τα μετρητά, αλλά και για τα λογιστικά χρήματα, όπως είχε ζητήσει ο υπέρμαχος του νεοφιλελευθερισμού (M.Friedman), τότε οι κεντρικές τράπεζες θα είχαν τον απόλυτο έλεγχο επί των ποσοτήτων (παραγωγής) χρήματος. 
Κατ’ επέκταση, όποια χώρα ή όποια ελίτ-ομάδα κατόρθωνε να επιβάλλει στις εμπορικές τράπεζες την παραπάνω υποχρέωση, έχοντας ή αποκτώντας τον έλεγχο της κεντρικής, θα μπορούσε να αναδειχθεί στον απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού – αφού, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο M.A. Rothschild, αυτός που εκδίδει και ελέγχει τα χρήματα ενός κράτους (πόσο μάλλον μίας οικονομικής ζώνης), δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το ποιος ψηφίζει τους νόμους του. 
Προφανώς δε, όπως συμπεραίνεται από την «απαίτηση» του M.Friedman, ο απώτερος σκοπός της νεοφιλελεύθερης «σχολής»δεν είναι βέβαια η ελεύθερη αγορά, αλλά η κεντρικά κατευθυνόμενη – όχι όμως από το «λαό», όπως πρεσβεύει ο κομουνισμός, αλλά από μία προνομιακή ελίτ, μέσω της εγκατάστασης μονοπωλιακών δομών σε μία Οικονομία (κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα).     

ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ

 Σε μία χρηματιστηριακή αγορά, όσο μεγάλη και αν είναι,  οι μετοχές των εταιρειών που διαπραγματεύονται δημόσια, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Τον πρώτο ρόλο διαδραματίζουν στην πραγματικότητα τα χρηματιστηριακά παράγωγα, τα οποία αποτελούν την «κορωνίδα» της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας – με συναλλαγές οι οποίες λαμβάνουν χώρα εκτός των χρηματιστηρίων, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
 Το συνολικό ποσόν σήμερα των χρηματιστηριακών παραγώγων υπολογίζεται στα 600 τρις $ - ένα μέγεθος δεκαπλάσιο του παγκοσμίου ΑΕΠ. Κανένας άλλος τομέας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό – ενώ τίποτα δεν απειλεί περισσότερο τον κόσμο, από αυτόν τον συγκεκριμένο «κλάδο». Πόσο μάλλον αφού δεν υπάρχει καμία κρατική Αρχή, η οποία να επιβλέπει την τεράστια αγορά των παραγώγων – πολύ περισσότερο να την ελέγχει.
 Το μεγαλύτερο «κομμάτι» της «σκιώδους» αυτής αγοράς ευρίσκεται στα χέρια ελάχιστων τραπεζών - οι οποίες αγωνίζονται με κάθε τρόπο για να αποφύγουν τη διαφάνεια ή/και τη δημιουργία συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού, δαπανώντας εκατοντάδες εκατομμύρια σε «αμυντικά lobbies» (με στόχο να μην επιβληθούν ρυθμιστικοί κανόνες από την Πολιτεία).
 Πρόκειται λοιπόν για ένα επόμενο, σκοτεινό τραπεζικό μονοπώλιο, το οποίο δεν λειτουργεί με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, όπως επίσης δεν λειτουργεί και η παραγωγή χρήματος. Στον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί εμφανίζονται τα έσοδα ορισμένων μεγάλων τραπεζών, μόνο από τις προμήθειες για τη συμμετοχή τους στις εξαγορές εταιρειών, καθώς επίσης για την εισαγωγή επιχειρήσεων στα χρηματιστήρια:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Προμήθειες των μεγαλύτερων επενδυτικών τραπεζών το 2010

ΤΡΑΠΕΖΑ
ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΣΕ ΔΙΣ $
J.P. Morgan Chase
4,14
Morgan Stanley
3,67
Goldman Sachs
3,60
Bank of America – Merrill Lync
2,91
Deutsche Bank
2,69
UBS
2,62
Credit Suisse
2,56

Πηγή: FTD
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, τέσσερις αμερικανικές τράπεζες, μία γερμανική και δύο ελβετικές κυριαρχούν στην αγορά, η οποία έτσι έχει αποκτήσει μία αρκετά «ολιγοπωλιακή» δομή.  
 Συνεχίζοντας, οι συναλλαγές μέσω παραγώγων είναι στην ουσία στοιχήματα, τα οποία αφορούν προβλέψεις, σε σχέση με την μελλοντική εξέλιξη των τιμών των μετοχών, του συναλλάγματος, των πρώτων υλών, των εμπορευμάτων κλπ. Προφανώς δεν προβλέπουν μόνο, αλλά επηρεάζουν ταυτόχρονα τις αγορές, στις οποίες δραστηριοποιούνται.
 Παρά το ότι λοιπόν η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 οφειλόταν στα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης, τα παράγωγα ήταν αυτά που τελικά προκάλεσαν τα καταστροφικά αποτελέσματα που βιώσαμε – ενώ αποφύγαμε την κατάρρευση του συστήματος την τελευταία στιγμή, με τη βοήθεια των κρατών και των χρημάτων των πολιτών τους.
 Γνωρίζοντας τώρα ότι, μόλις πέντε μεγάλες τράπεζες κυριαρχούν στην τεράστια αυτή αγορά (οι τέσσερις πρώτες αμερικανικές του Πίνακα Ι, καθώς επίσης η HSBC), συμμετέχοντας στο 96% σχεδόν των συναλλαγών που διενεργούνται εκεί, συνειδητοποιούμε ότι είμαστε αντιμέτωποι με μία ακόμη μορφή τραπεζικού μονοπωλίου, η οποία λειτουργεί εκτός των πλαισίων της ελεύθερης αγοράς.
 Τέλος, παρά το ότι η κυβέρνηση των Η.Π.Α. προσπαθεί να επιβάλλει κανόνες στη συγκεκριμένη αγορά, με τη βοήθεια της δημιουργίας μίας «υπηρεσίας» ως ενδιαμέσου διαπραγματευτή (Clearinghouse), ο οποίος θα μπορεί να ελέγχει και να εγγυάται τις συναλλαγές παραγώγων, οι τράπεζες, γνωρίζοντας ότι οι διαφανείς συναλλαγές αποφέρουν ελάχιστα, έχουν τοποθετηθεί εχθρικά απέναντι στις προθέσεις της κυβέρνησης. Έτσι, μη έχοντας τη δυνατότητα να εμποδίσουν τη δημιουργία του συγκεκριμένου οργανισμού, προσπαθούν να τον ιδιωτικοποιήσουν, αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του οι ίδιες.

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όπως διαπιστώνεται, ο πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Αφού πρώτη συνθηκολόγησε η Ελλάδα, χωρίς δυστυχώς να δώσει την παραμικρή μάχη, ενώ πιθανότατα άνοιξε την κερκόπορτα της ζώνης του Ευρώ στο ΔΝΤ, ακολούθησε η Ιρλανδία. Το πρόσφατο, άτυχο κατά την άποψη μας «θύμα», είναι η Πορτογαλία, την οποία μάλλον θα διαδεχθεί σύντομα το Βέλγιο (με κριτήριο τις πρόσφατες δηλώσεις του ΔΝΤ) - αργότερα η Ισπανία, η Ιταλία κλπ.
 Όπως κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου ακουγόταν στα ραδιόφωνα η εισβολή της Γερμανίας στην Αυστρία, στην Πολωνία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία κλπ, έτσι και σήμερα ενημερωνόμαστε από τα ΜΜΕ – εν πρώτοις για την «πτώση» των χωρών της Α. Ευρώπης, στην οποία τότε δεν δόθηκε η απαιτούμενη σημασία.
 Λίγο αργότερα όμως, όταν ακολούθησαν τα κράτη της Ευρωζώνης, παράλληλα με τις ευρύτερες, διεθνείς «συρράξεις» (μέσα στα πλαίσια της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης), όπως τις βίαιες συναλλαγματικές μάχες, τις εξεγέρσεις των πεινασμένων, την επέλαση της Κίνας κλπ, άλλαξε εντελώς η εικόνα.     
 Αντίθετα βέβαια με την εποχή του 2ου παγκοσμίου πολέμου, ο «επιτιθέμενος σήμερα, το Καρτέλ ουσιαστικά, δεν είναι τόσο εμφανής - ευρισκόμενος πολύ καλά κρυμμένος πίσω από τα όπλα μαζικής καταστροφής που διαθέτει: την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, τις εταιρείες αξιολόγησης, τα Hedge Fund, τις επενδυτικές τράπεζες κλπ.
Έχοντας αναλύσει στο παρελθόν όλους αυτούς τους «οργανισμούς», με επί πλέον «κριτήριο» το σύμφωνο ανταγωνιστικότητας που προωθείται σήμερα στην ΕΕ (κεντρικές αποφάσεις για μισθούς, φόρους, συντάξεις κλπ), θεωρούμε ότι αυτό που μάλλον επιδιώκεται τελικά, είναι η εγκατάσταση μίας κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας «σοβιετικού τύπου» στην Ευρώπη, με πρωτεύουσα τη Γερμανία - στην οποία θα ηγούνται οι διεθνείς τράπεζες και το ευρύτερο Καρτέλ.
 Εν τούτοις, έχοντας την άποψη ότι, η εξέλιξη δεν είναι ποτέ γραμμική, ενώ ακόμη και οι πλέον σωστά οργανωμένες συνωμοσίες σπάνια επιτυγχάνουν το στόχο τους, θεωρούμε ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει – με την ελπίδα της «αλλαγής πορείας», έστω την τελευταία στιγμή, να παραμένει αμετακίνητη στη θέση της. Η ανοχή έχει τα όρια της, η αδιαμαρτύρητη υποταγή στουςκυρίαρχους του σύμπαντος επίσης, ενώ δεν είναι δυνατόν να έχουν αδρανοποιηθεί εντελώς, να έχουν εξουδετερωθεί καλύτερα όλοι οι υγιείς, ανθρώπινοι μηχανισμοί αντίδρασης, αντίστασης και αυτοπροστασίας.


Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΟΥ MINSKY: Η αγορά παραγώγων κινδυνεύει να εκτροχιαστεί, παρασέρνοντας μαζί της το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ αυξάνονται οι επισφάλειες, παράλληλα με τις κερδοσκοπικές ζημίες των τραπεζών – η Κύπρος και ο τρίτος δρόμος της Ισλανδίας

        
          του Βασίλη Βιλιάρδου


Η γερμανική Deutsche Bank, η ιταλική Monte dei Paschi, η ισπανική Santander, η γαλλική Credit Agricole, η βελγική Dexia, καθώς επίσης πολλές άλλες μεγάλες τράπεζες διεθνώς, ανακοινώνουν ζημίες αρκετών δισεκατομμυρίων - ενώ η ολλανδική SNS Reaal, η τέταρτη μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, κρατικοποιείται αναγκαστικά (η ολλανδική κυβέρνηση την ενισχύει, από τα χρήματα των φορολογουμένων πολιτών της, με το ποσόν των 3,7 δις € - στο οποίο θα προστεθούν ακόμη 6,1 δις €, έναντι δανείων και εγγυήσεων).
«Χωρίς την κρατική βοήθεια, η τράπεζα θα χρεοκοπούσε», ανακοίνωσε ο υπουργός οικονομικών της χώρας - γεγονός που οφείλεται κυρίως στην πιστωτική φούσκα, η οποία δημιουργήθηκε στην Ολλανδία, από το τεράστιο πρόβλημα των ακινήτων που αντιμετωπίζει (ύψους άνω των 600 δις €, άρθρο μας).
Για να διατηρηθεί τώρα χαμηλή η επιβάρυνση των πολιτών (το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα αυξηθεί κατά 0,6% από τα ποσά που θα διατεθούν για τη συγκεκριμένη τράπεζα), η κυβέρνηση απαιτεί τη συμμετοχή των υπολοίπων τραπεζών στη διάσωση - με το ποσόν του 1 δις € το 2014.
Εν τούτοις, παρά την αναμφίβολα μεγάλη σημασία τους, όλα όσα ανακοινώνονται είναι απλά τα πρώτα, «αόριστα» σημάδια της κατάρρευσης, η οποία πιθανότατα θα ακολουθήσει - οι πρώτες εκρήξεις δηλαδή στο εξωτερικό περίβλημα, στην «επιδερμίδα» της γιγαντιαίας βόμβας παραγώγων, τυχόν «ενεργοποίηση» της οποίας θα απειλούσε σοβαρά ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα του πλανήτη. 

Ανάλυση 

Όπως έχουμε αναφέρει (πρόσφατο κείμενο μας), ο πλέον αδύναμος κρίκος του συστήματος σήμερα είναι οι τράπεζες - τόσο οι ευρωπαϊκές, όσο και οι αμερικανικές. Οι ενέργειες διάσωσης τους από τα κράτη, με βάση τις οποίες τα τεράστια λάθη των τραπεζών επιβάρυναν τους προϋπολογισμούς και αύξησαν τα δημόσια χρέη,  αφενός μεν κόστισαν πολύ μεγάλα ποσά στους φορολογουμένους, αφετέρου δεν έλυσαν σε καμία περίπτωση το πρόβλημα - με αποτέλεσμα να έχει μείνει σχεδόν ανέπαφη ητραπεζική βόμβα μεγατόνων, στα θεμέλια πολλών οικονομιών του πλανήτη (κυρίως της Ευρώπης).
Ο πραγματικός κίνδυνος όμως για το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν προέρχεται από τις τράπεζες, με τη στενή τους έννοια, αλλά από την αγορά παραγώγων - η οποία, τα τελευταία χρόνια, έχει ξεπεράσει τα 638 τρις $, σύμφωνα με την BIS (πίνακας pdf) ή το δεκαπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ (Διάγραμμα Ι).



Η μη ελεγχόμενη αυτή αγορά, την οποία έχουμε επισημάνει σε πολλές αναλύσεις μας, δεν απειλεί μόνο τις τράπεζες - αφούαυτός που πληρώνει για όλα, ο τελικός αποδέκτης του λογαριασμού δηλαδή, δεν είναι άλλος από τον φορολογούμενο πολίτη (με φωτεινή, μοναδική ίσως εξαίρεση την Ισλανδία).
Ειδικότερα, όπως έχει πλέον επαρκώς τεκμηριωθεί, οι ζημιογόνες κερδοσκοπικές τοποθετήσεις των «συστημικών» τραπεζών, οι οποίες τις οδηγούν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, αναλαμβάνονται από τα κράτη, τα οποία τις «διασώζουν» - κατ' επέκταση από τους πολίτες τους όπου, με τη βοήθεια των φόρων και άλλων «μέτρων», μεταβιβάζεται η ιδιωτική περιουσία στο δημόσιο (παράλληλα με την εκποίηση, με τη λεηλασία καλύτερα της δημόσιας περιουσίας τους, από τις εκάστοτε κυβερνήσεις-υποχείρια των τοκογλυφικών αγορών).
Συνεχίζοντας, οι διαπραγματεύσεις των παραγώγων* (αρχικά είχαν υιοθετηθεί ως μέσον εξασφάλισης των επενδυτών), δεν γίνονται στα χρηματιστήρια, αλλά απ' ευθείας μεταξύ των συναλλασσομένων - χωρίς να ελέγχονται δυστυχώς, σχεδόν καθόλου, από τα κράτη. Εκτός αυτού, οι τράπεζες δεν είναι υποχρεωμένες να καταγράφουν τις συγκεκριμένες συναλλαγές στους Ισολογισμούς τους - με αποτέλεσμα τα τεράστιο ρίσκα, τα οποία είναι συνδεδεμένο με τα παράγωγα, να διατηρούνται κρυφά.
Ουσιαστικά λοιπόν τα ρίσκα αυτά εμφανίζονται τότε μόνο, όταν οι ζημίες είναι μεγαλύτερες από αυτές που μπορούν να αναλάβουν οι τράπεζες - όπως συνέβη πρόσφατα με την ιταλική Monte dei Paschi, η οποία έχασε τεράστια ποσά από τα παράγωγα, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί (;) το κράτος να τη διασώσει. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή οι τράπεζες, έχοντας ιδιωτικοποιήσει τα κέρδη, αποφασίζουν αυθαίρετα να κοινωνικοποιήσουν τις ζημίες τους – με τη βοήθεια κάποιων διεφθαρμένων πολιτικών, ερήμην των πολιτών. 
Περαιτέρω, οι συναλλαγές στα παράγωγα δεν αποτελούν μία ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια ορισμένων μόνο τραπεζών - αφούη αλληλεξάρτηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι τεράστια.
Ειδικότερα, εάν τυχόν η βόμβα των παραγώγων εκραγεί σε κάποια τράπεζα, «πυροδοτούμενη» από μαζικές ζημίες, έχει συνήθως δραματικά αποτελέσματα για όλες τις υπόλοιπες - μεταξύ άλλων, επειδή οι τράπεζες «συσκευάζουν» τα ρίσκα τους σε νέα «πιστωτικά προϊόντα» (όπως φάνηκε από την κρίση των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης του 2007), τα οποία στη συνέχεια πουλούν σε άλλες.
Επομένως, η αλυσιδωτή έκρηξη που συνήθως ακολουθεί, με την ξαφνική, μαζική απαξίωση πολλών χρηματοπιστωτικών προϊόντων (CDO's, CDS κοκ.), είναι αφενός μεν δεδομένη, αφετέρου εξαιρετικά καταστροφική. Ακριβώς αυτός ήταν ο κύριος λόγος, για τον οποίο επιλέχθηκε η διάσωση των τραπεζών, αντί της χρεοκοπίας τους – μία διάσωση που επεκτάθηκε στα υπερχρεωμένα κράτη επειδή, τυχόν στάση πληρωμών εκ μέρους τους, θα πυροδοτούσε τη βόμβα των παραγώγων, συμπεριλαμβανομένων των CDS.
Φυσικά η αγορά παραγώγων θα μπορούσε να ρυθμισθεί - να ελεγχθεί δηλαδή από τα κράτη, με τη βοήθεια νέων νόμων και θεσμών. Εν τούτοις, οι κυβερνήσεις διστάζουν, θεωρώντας πως οι νέοι κανόνες δεν θα ήταν αρκετά ευέλικτοι για εκείνους τους επενδυτές στα παράγωγα, οι οποίοι δεν προέρχονται από το χρηματοπιστωτικό κλάδο - όπως, για παράδειγμα, οι αεροπορικές εταιρείες, οι οποίες χρησιμοποιούν τα παράγωγα για την εξασφάλιση τους, έναντι μελλοντικών διακυμάνσεων της τιμής της κηροζίνης.
Η αντικειμενική αιτία όμως ευρίσκεται κάπου αλλού: στο ότι η πραγματική οικονομία δεν «παράγει» πλέον αρκετή ανάπτυξη, για να μπορέσει να διατηρηθεί το βιοτικό επίπεδο της Δύσης - πόσο μάλλον όταν η μέση ηλικία αυξάνεται, με αποτέλεσμα τη συνεχή γήρανση του πληθυσμού, η οποία αυξάνει το χρόνο παροχής των συντάξεων.
Τα συνταξιοδοτικά ταμεία λοιπόν, μεταξύ πολλών άλλων, τα οποία διαθέτουν τα μεγαλύτερα επενδυτικά κεφάλαια παγκοσμίως,είναι αναγκασμένα να επιδιώκουν υψηλότερη κερδοφορία, για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν με τις συντάξεις - απαιτώντας από τις τράπεζες μεγαλύτερες αποδόσεις.
Οι τράπεζες, με τη σειρά τους, προσπαθούν να αυξήσουν την κερδοφορία τους με τη βοήθεια των επικίνδυνων χρηματοπιστωτικών παραγώγων - μέσω των οποίων «παράγονται» τεχνητά κέρδη, έτσι ώστε τα συνταξιοδοτικά ταμεία, καθώς επίσης οι μέτοχοι και οι λοιποί επενδυτές τους, να μπορούν να απολαμβάνουν μεγαλύτερες αποδόσεις.
Από τη στιγμή όμως που οι απαιτήσεις αυξήθηκαν δυσανάλογα, ενώ τα χρήματα έπαψαν να κερδίζονται πραγματικά, αλλά τεχνητά, ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση – η οποία έθεσε σε λειτουργία την αλυσιδωτή διαδικασία της πυρηνικής έκρηξης των συγκοινωνούντων «χρηματοπιστωτικών δοχείων».   

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΧΙΟΝΟΣΤΙΒΑΔΑΣ

Χωρίς να θέλουμε να είμαστε απαισιόδοξοι ή καταστροφολόγοι, δεν μπορούμε παρά να συμμεριστούμε το ότι, «το παράδοξο του Minsky» (Minsky-Meltdown) φαίνεται σήμερα να επιβεβαιώνεται.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρία οι επενδυτές, στο ξεκίνημα ενός οικονομικού κύκλου, επιλέγουν μία εξασφαλισμένη χρηματοδότηση - μία σίγουρη δηλαδή τοποθέτηση των χρημάτων τους. Τα έσοδα τώρα της επένδυσης αυτής, είναι συνήθως αρκετά για την αποπληρωμή των δανείων, τα οποία παρέχουν.
Στα μέσα ενός οικονομικού κύκλου, όπου η ανάπτυξη της οικονομίας δεν είναι πολύ μεγάλη, αλλά σταθερή, είναι ακόμη αποδοτικές οι χρηματοδοτήσεις – αν και θεωρούνται μάλλον κερδοσκοπικές. Η αιτία είναι το ότι, τα έσοδα φτάνουν για να καλύψουν μόνο τους τόκους των οφειλών - ενώ οι δόσεις, το κεφάλαιο δηλαδή, εξοφλείται με τη σύναψη νέων δανείων, τα οποία αντικαθιστούν ουσιαστικά τα παλαιότερα (όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, με τα ομόλογα που εκδίδουν τα κράτη, αλλά και πολλές επιχειρήσεις).
Στο τέλος όμως ενός οικονομικού κύκλου, οι επενδυτές οδηγούνται σε ένα άκρως κερδοσκοπικό «σύστημα χιονοστιβάδας» (Ponzi scheme) - όπου πλέον με τα νέα δάνεια δεν εξοφλούνται (ανανεώνονται ουσιαστικά) μόνο οι δόσεις (χρεολύσια), αλλά και οι τόκοι. Παραδόξως δε οι επενδυτές συνεχίζουν να πιστεύουν ότι, τα έσοδα από τις επενδύσεις, για τις οποίες χρησιμοποιούνται τα δικά τους κεφάλαια, θα φτάσουν τελικά για την εξυπηρέτηση των δανείων τους.
Στα πλαίσια αυτά, η οικονομία γίνεται συνεχώς πιο ασθενής και πολύ περισσότερο ευάλωτη - έως εκείνη τη χρονική στιγμή όπου, η «πιστωτική φούσκα» εκρήγνυται, ξεσπάει η χρηματοπιστωτική κρίση και ο οικονομικός κύκλος τελειώνει αυτοκαταστρεφόμενος.
Σύμφωνα με τον Minsky, η διαδικασία της χρηματοδότησης μίας καπιταλιστικής οικονομίας, δημιουργεί αυτόματα ενδογενείς, αποσταθεροποιητικές δυνάμεις - είναι δηλαδή εκ των πραγμάτων, από τη φύση της και από μόνη της, αυτοκαταστροφική. Με βάση τη θέση του αυτή ήταν της άποψης πως οφείλουμε να αποδεχθούμε ότι, το πεδίο της «επάρκειας», καθώς επίσης της «επιθυμητής» ελεύθερης αγοράς, είναι περιορισμένο - έχει δηλαδή ημερομηνία λήξης.
Επομένως, ο Minsky ευρίσκεται σε αντίθεση με την κλασσική ή νεοκλασική θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι αγορές τείνουν πάντοτε προς ένα σημείο ισορροπίας, αυτόματα και χωρίς να υπάρχει ανάγκη ρύθμισης τους - υπό ορισμένες απαραίτητες προϋποθέσεις φυσικά όπως, για παράδειγμα, ο «πλήρης» ανταγωνισμός, η μη επέμβαση του κράτους στην Οικονομία ή/και «η συμμετρία» της πληροφόρησης (ισότιμη, ταυτόχρονη πρόσβαση από όλους, σε όλες οι πληροφορίες).
Όμως, οι προϋποθέσεις αυτές είναι πρακτικά ανέφικτες, ουτοπικές - με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν αδύνατη η αυτορύθμιση των αγορών, ακόμη και αν αποδεχθούμε πως είναι σωστή η κλασσική θεωρία (ή, έστω, η νεοφιλελεύθερη εκδοχή της, με βάση την οποία τα πάντα πρέπει να ανήκουν στους ιδιώτες, αφού διαφορετικά δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε την αυτορύθμιση του καπιταλιστικού συστήματος).

Η ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΦΟΥΣΚΑ

Με κριτήριο όλα όσα αναλύσαμε, η πιστωτική φούσκα κινδυνεύει να εκραγεί - με την τελική φάση της κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος να διακρίνεται από το ότι, τα περισσότερα κεφάλαια εξυπηρετούν την εξόφληση χρεών, την ανανέωση των τοκοχρεολυσίων καλύτερα ή/και τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, αντί να τοποθετούνται σε επενδύσεις στην πραγματική οικονομία.
Κατ’ επέκταση συμπεραίνεται ότι, ο οικονομικός κύκλος, ο οποίος σήμερα είναι μεγαλύτερος από ποτέ (άρα πολύ πιο επικίνδυνος), διανύει τα τελευταία του στάδια – αν και δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με ακρίβεια το πόσο θα διαρκέσει η αντίστροφη μέτρηση. 
Αναλυτικότερα, με τη δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να παράγουν χρήματα από το πουθενά, σε απεριόριστες ποσότητες (άρθρο μας), φτάσαμε στο κρίσιμο εκείνο σημείο όπου, οι «επενδύσεις», ο δανεισμός δηλαδή, εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την πληρωμή των παλαιότερων χρεών – ενώ ήδη,   όσον αφορά κάποιες υπερχρεωμένες χώρες, τα νέα δάνεια δεν φτάνουν πλέον για την αποπληρωμή των παλαιοτέρων (τόκων και κεφαλαίων).
Τα χρήματα λοιπόν, τα οποία μοιράζουν («τυπώνουν») αφειδώς οι κεντρικές τράπεζες, οδηγούνται όλο και λιγότερο στις παραγωγικές επενδύσεις - στην πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας (Διάγραμμα ΙΙ).



Σύμφωνα τώρα με την οικονομική επιστήμη, "Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει, όταν τα περιουσιακά στοιχεία, στα οποία επιθυμεί κανείς να επενδύσει, αποτελούν ένα πολύ μεγάλο ρίσκο, για ένα πολύ μικρό κέρδος".
Στα πλαίσια αυτά οι επενδυτές γίνονται, σταδιακά αλλά συνεχώς, πιο ρεαλιστικοί - πολύ περισσότερο πραγματιστές. Ο στόχος τους είναι πλέον η εξασφάλιση των κεφαλαίων τους απέναντι στον πληθωρισμό - ο οποίος, αργά ή γρήγορα, ακολουθεί πιστά την αύξηση της ποσότητας χρήματος, εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών.
Επιλέγουν επομένως πολύ πιο σίγουρους προορισμούς – σήμερα, μη δυτικές αλλά και μη «επικίνδυνες» χώρες, όπως τη Βραζιλία, την Αυστραλία, ή το Μεξικό. Επιδιώκουν επίσης υψηλές και σχετικά γρήγορες αποδόσεις, για ένα μέρος του επενδυτικού χαρτοφυλακίου τους (διασπορά του ρίσκου), όπως τα βραχυπρόθεσμα ομόλογα ορισμένων χωρών του ευρωπαϊκού νότου - με την ελπίδα να μπορέσουν να «αποδράσουν» πρώτοι και έγκαιρα, πριν από κάποια ενδεχόμενη χρεοκοπία, από μία διαγραφή χρέους ή από την ξαφνική έκρηξη του πληθωρισμού.
Φυσικά δε τοποθετούνται παραδοσιακά στα ευγενή μέταλλα, όπως στο χρυσό, αφού ανήκουν σε εκείνα τα ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία, απέναντι στα οποία δεν υπάρχουν χρέη (ενώ δεν αναπαράγονται τόσο γρήγορα, όσο τα χρέη).   

Ο ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΣ ΝΟΤΟΣ

Ίσως όλα τα παραπάνω να είναι υπερβολικά - πόσο μάλλον όταν φαίνεται ότι, ο ευρωπαϊκός νότος είναι πολύ πιο αισιόδοξος,το ευρώ ανατιμάται συνεχώς, ενώ η κρίση χρέους απασχολεί τους πάντες (εταιρείες αξιολόγησης κλπ.) πολύ λιγότερο, σε σχέση με το παρελθόν.
Αρκετοί δε υποστηρίζουν ότι, η εμπιστοσύνη των επενδυτών έχει πλέον αποκατασταθεί, κυρίως μετά την ανακοίνωση της πρόθεσης εκ μέρους της ΕΚΤ να επεμβαίνει ενεργητικά στη δευτερογενή αγορά ομολόγων  - ένα ενδεχόμενο που συμπεραίνουν από την μείωση των spreads (Πίνακας Ι), καθώς επίσης των ασφαλιστηρίων κινδύνου (CDS), σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή περιφέρεια.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ύψος των spreads και των CDS, την 31. Ιανουαρίου του 2013

Χώρα
Spreads
CDS



Ελλάδα
907
4.561
Πορτογαλία
443
395
Ισπανία
352

Ιταλία
265


Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Είναι όμως αλήθεια τα πράγματα έτσι; Έχει περάσει η κρίση χρέους ανεπιστρεπτί και βρισκόμαστε πραγματικά σε πορεία καλυτέρευσης, εάν όχι ανάπτυξης; Μήπως, αν και ευχόμαστε το αντίθετο, τα φαινόμενα απατούν; Ή, ίσως, έχει επιτύχει το δόγμα της καγκελαρίου και η πολιτική λιτότητας, με αντάλλαγμα την ενίσχυση από την ΕΚΤ, οπότε η κρίση είναι παρελθόν;
Δύσκολες απαντήσεις σε ακόμη πιο δύσκολα ερωτήματα - ειδικά μετά την ανάλυση που προηγήθηκε, αναφορικά με τα τεράστια προβλήματα των τραπεζών, καθώς επίσης με τη βόμβα των παραγώγων στα θεμέλια της Δύσης. Πόσο μάλλον ότανανακοινώνεται από την Ολλανδία ότι, θέλει να αλλάξει η συνθήκη του Μάαστριχτ, έτσι ώστε να μπορεί να εξέλθει εθελούσια κάποια χώρα από τη ζώνη του ευρώ - παράλληλα με την πρόθεση της να διεξάγει δημοψήφισμα (όπως επίσης η Αυστρία), για την παραμονή της ή μη στο κοινό νόμισμα.
Ίσως θα ήταν προτιμότερο λοιπόν να αναφερθούμε επιγραμματικά σε ορισμένες χώρες του Νότου, αντί να ασχοληθούμε με ερωτήματα που αδυνατούμε να απαντήσουμε. Στα πλαίσια αυτά, τα εξής:
(α)  Ελλάδα: Η κυβέρνηση συμφώνησε με τους δανειστές της (ΔΝΤ, ΕΚΤ, ΕΕ), όσον αφορά τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση της χώρας - ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση έχει πλέον συμβιβασθεί τόσο με το μνημόνιο, όσο και με το ΔΝΤ. Όπως φαίνεται δε, η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να προβεί σε μαζικές αποκρατικοποιήσεις, στο ξεπούλημα καλύτερα της δημόσιας περιουσίας - με τους πολίτες της να αδιαφορούν, καθώς επίσης με τους δανειστές να το επικροτούν.
Παράλληλα, συνεχίζεται η μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα (δήμευση περιουσιακών στοιχείων) - όπως επίσης η περικοπή των εισοδημάτων, άμεσα (ονομαστικοί μισθοί) ή έμμεσα (υπερφορολόγηση, ανάληψη υποχρεώσεων των τραπεζών κα.), χωρίς καμία ουσιαστική αντίδραση των πολιτών.
Το γεγονός αυτό χαροποιεί ιδιαίτερα τις αγορές, οι οποίες ελπίζουν πως θα εισπράξουν τα οφειλόμενα - ενώ θα αγοράσουν τις επιχειρήσεις σε φθηνές τιμές, χρεώνοντας στη συνέχεια ακριβότερα τις υπηρεσίες τους στους πολίτες (τιμή ηλεκτρικού, νερού, εισιτηρίων κλπ.), έτσι ώστε να αποζημιωθούν πλουσιοπάροχα για τις διαγραφές του παρελθόντος.
Εν τούτοις, η ανεργία έχει αναρριχηθεί στο 27%, μεγάλο μέρος του πληθυσμού υποφέρει (με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει κανείς πως θα αντιδράσει τελικά), η ύφεση μαίνεται, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρεοκοπούν και το δημόσιο χρέος συνεχίζει την ανοδική του πορεία - με την έξοδο από το τούνελ να ακούγεται ουτοπική. Αρκεί μία σπίθα λοιπόν για να ξεσπάσει μία καταστροφική κοινωνική πυρκαγιά, η οποία θα παρέσυρε μαζί της την Ευρώπη – εάν όχι ολόκληρη τη Δύση.
(β)  Πορτογαλία: Η κυβέρνηση επιμένει σε μία σκληρή πολιτική λιτότητας, ακυρώνει πολλά εργατικά δικαιώματα, δανείζεται ξανά από τις αγορές, ενώ ιδιωτικοποιεί όλες τις εναπομείναντες δημόσιες επιχειρήσεις της χώρας.
Από την άλλη πλευρά όμως, το δημόσιο χρέος αυξάνεται (στο 120% του ΑΕΠ πρόσφατα, από 110% το προηγούμενο έτος), η ανεργία ξεπερνάει το 16%, τα ενεχυροδανειστήρια χρυσού έχουν κατακλύσει τη χώρα, ενώ το βιοτικό επίπεδο της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού καταρρέει.
Οι αγορές είναι βέβαια απόλυτα ικανοποιημένες, αφού διαπιστώνουν πως οι πολίτες είναι πρόθυμοι να αναλάβουν αδιαμαρτύρητα τα χρέη του κράτους και των τραπεζών - με αποτέλεσμα να προσφέρουν νέα δάνεια.
(γ)  Ισπανία: Η αναδιάρθρωση της οικονομίας συνεχίζεται σταθερά από το κυβερνών κόμμα, παρά το ότι κατηγορείται τεκμηριωμένα για τεραστίου μεγέθους διαφθορά, καθώς επίσης για μαύρα κομματικά ταμεία - ενώ οι πολίτες ουσιαστικά δεν αντιδρούν, αποδεχόμενοι τη μοίρα τους.
Επιβάλλονται νέες μειώσεις μισθών, με το πρόσχημα της αύξησης της ανταγωνιστικότητας, ενώ καταργούνται όλα τα εργατικά δικαιώματα - με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εξαγωγές, να μειώνονται οι εισαγωγές και να περιορίζεται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (τα δημόσια έσοδα αυξάνονται ελαφρά). Δυστυχώς όμως, η ύφεση συνεχίζεται (άρθρο μας) και η ανεργία δεν υποχωρεί (60% στους νέους) - με την κρίση των ακινήτων να εντείνεται, παράλληλα με την τραπεζική. Εν τούτοις, η χώρα επιμένει στην παραμονή της στο ευρώ,  παρά το ότι η έξοδος της θα ήταν αναμφίβολα θετική για την ίδια - γεγονός που μάλλον οφείλεται στην απίστευτη κυβερνητική διαφθορά, πιθανόν εκ μέρους των συνήθων διαφθορέων (των γερμανικών επιχειρήσεων).
(δ)  Ιρλανδία: Η χώρα θεωρείται το «παιδί-θαύμα» του μηχανισμού διάσωσης - με τους πολίτες της να έχουν αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα τόσο τις μειώσεις των μισθών, όσο και την επιβάρυνση τους με τα τεράστια χρέη των τραπεζών.
Επειδή όμως το συγκεκριμένο κράτος είναι ουσιαστικά προτεκτοράτο των Η.Π.Α. (άρθρο μας), είναι πολύ δύσκολο να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα.
(ε)  Ιταλία: Έχουμε την άποψη πως, όταν (εάν) ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση για την Ευρωζώνη, η Ιταλία θα ευρίσκεται στις πρώτες θέσεις - αφού, χωρίς καμία αμφιβολία, η παραμονή της στο κοινό νόμισμα είναι εντελώς ασύμφορη για την ίδια.
Εκτός αυτού θεωρούμε ότι, είναι αδύνατον να υποταχθεί στη Γερμανία – γεγονός που μάλλον θα φανεί από τα αποτελέσματα των προσεχών εκλογών, οι οποίες είναι πολύ σημαντικές τόσο για το μέλλον της χώρας, όσο και για ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Είναι δύσκολο επίσης να παραμείνει σε ύφεση, με δημόσιο χρέος που πλησιάζει το 128% του ΑΕΠ της και με την προοπτική αύξησης της ανεργίας - η οποία, εάν τυχόν πλησίαζε το 15%, θα πυροδοτούσε τεράστιες κοινωνικές αντιδράσεις, στα όρια μίας επανάστασης ή ενός εμφυλίου πολέμου.
(στ) Κύπρος: Αν και έχουμε αναφερθεί λεπτομερειακά στο νησί της Αφροδίτης με πρόσφατο κείμενο μας (ανάλυση), η εκτόξευση του δημοσίου χρέους της από το περίπου 60% του ΑΕΠ πριν την κρίση, στο 140% το επόμενο έτος, οφείλεται κυρίως στη διάσωση των τραπεζών της – την οποία δυστυχώς φαίνεται να εγκρίνουν όλοι οι πολίτες της.

Με έναν χρηματοπιστωτικό όμως τομέα, ο όγκος του οποίου είναι πάνω από οκτώ φορές, σε σχέση με το ΑΕΠ του νησιού, παράλληλα με τη φούσκα ακινήτων, η απόφαση της κυπριακής κυβέρνησης να αναλάβει τα χρέη των τραπεζών δεν φαίνεται να είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Μοναδική ελπίδα της είναι ίσως η Ρωσία – η οποία, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση των καταθέσεων των πολιτών της στις κυπριακές τράπεζες (περί τα 20 δις €), είναι αναγκαστικά πρόθυμη να βοηθήσει την Κύπρο.
Προς όφελος της είναι η πρόσφατη απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου EFTA (κείμενο pdf), με βάση την οποία δικαιώνεται η Ισλανδία – η οποία, έχοντας παρελθόν άμεσης δημοκρατίας, προτίμησε να διασώσει τους πολίτες της και όχι τις τράπεζες.
Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, ο τρίτος δρόμος της Ισλανδίας θεωρείται συμβατός με το ευρωπαϊκό Δίκαιο – γεγονός που σημαίνει ότι, η κυβέρνηση επιτρέπεται να αντιμετωπίζει τους πολίτες της χώρας της προνομιακά, σε σχέση με τους ξένους,λόγω συνθηκών ανωτέρας βίας (Force Majeure - μία σημαντική ίσως εξέλιξη για τους ιδιώτες Έλληνες ομολογιούχους, όπως θα αναλύσουμε σε επόμενο κείμενο μας).              

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εάν πετύχει η πολιτική της λιτότητας, καθώς επίσης εάν η απόφαση της ΕΚΤ, όσον αφορά την αγορά ομολόγων των χωρών του Νότου ή άλλων ελλειμματικών οικονομιών, συνεχίσει να πείθει τις αγορές, είναι ίσως δυνατή η διατήρηση της σημερινής «γαλήνης» – κάτι που φυσικά ευχόμαστε να συμβεί, αφού διαφορετικά είναι κάτι παραπάνω από πιθανή αφενός μεν η διάλυση της Ευρωζώνης, αφετέρου η επιστροφή μίας πολύ πιο ισχυρής, εάν όχι απόλυτα καταστροφικής κρίσης (το αργότερο εντός του 2014).
Εν τούτοις, μετά από τρία χρόνια πιστής εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων συνταγών, οι οποίες επιβλήθηκαν τόσο από το ΔΝΤ, όσο και από τη Γερμανία, η μεσαία τάξη σε πολλές χώρες ευρίσκεται στα όρια της αντοχής της. Το γεγονός αυτό, ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, τεκμηριώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τα ενεχυροδανειστήρια χρυσού και άλλων κοσμημάτων – τα οποία στην Αθήνα ήταν μόλις 81 το 2010, ενώ σήμερα ξεπερνούν τα 750.
Ένα άγνωστο λοιπόν μέχρι πρόσφατα «επάγγελμα» στην Ελλάδα, σχεδόν ανύπαρκτο μέχρι το 2009, μάλλον τοκογλυφικό και «σκοτεινό», διανύει την καλύτερη του περίοδο – παράλληλα με τις κλοπές, με τις ληστείες και με τις διαρρήξεις, οι οποίες κλιμακώνονται καθημερινά.
Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη συνεχή αύξηση της ανεργίας, καθώς επίσης με την εξαθλίωση τόσο της κατώτερης, όσο και της μεσαίας εισοδηματικής τάξης, δεν σηματοδοτούν σε καμία περίπτωση την αντιστροφή της τάσης – παρά την αισιοδοξία της κυβέρνησης, η οποία έχει την άποψη πως η πιστή εφαρμογή του μνημονίου, υπέρ των δανειστών και εις βάρος των Ελλήνων πολιτών, είναι ο σωστός δρόμος για την έξοδο από την κρίση (οι δικές μας λύσεις, οι προτάσεις μας καλύτερα, υπάρχουν σε πολλά κείμενα μας – μεταξύ των οποίων στο «ΕΚΤ, η λύση των λύσεων»).
Ευχόμενοι να κάνουμε εμείς μεγάλο λάθος και να είναι σωστή η πολιτική της κυβέρνησης (αν και θα προτιμούσαμε τον υπερήφανο δρόμο της Ισλανδίας), κλείνουμε υπενθυμίζοντας τα παρακάτω:
“Σύμφωνα με μία παλαιά «πρακτική» των Εβραίων κοσμηματοπωλών, ποτέ δεν διαχωρίζεται το ιδιωτικό από το δημόσιο χρέος – ενώ θεωρείται εκ μέρους τους ότι, ο άνθρωπος ποτέ δεν μαθαίνει αυτόν τον άγραφο κανόνα. Πάντοτε τον ξεχνάει δηλαδή, μετά την πάροδο αρκετών ετών, με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να τον επαναλαμβάνουν κάθε πενήντα περίπου χρόνια”.
Εάν λοιπόν είναι υπαρκτός αυτός ο «ισχυρισμός», εάν δηλαδή η πρακτική των Εβραίων κοσμηματοπωλών συνεχίζει να εφαρμόζεται, πιστά και απαράβατα, από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, τότε οι μεγάλες κρίσεις που παρατηρούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μπορεί κάλλιστα να υποθέσει κανείς ότι, προκαλούνται σκόπιμα και δεν συμβαίνουν από μόνες τους – μία «θεωρία συνομωσίας» ίσως, η οποία θα σήμαινε ότι, ο απώτερος στόχος της κρίσης δεν ήταν άλλος, από τη μεταφορά της ιδιωτικής περιουσίας στα κράτη και από αυτά στους τοκογλύφους (μέσω της «στυγνής» λεηλασίας τόσο του ιδιωτικού, όσο και του δημόσιου πλούτου).

 * Σημείωση: Επιγραμματικά, τα παράγωγα είναι χρηματοπιστωτικά εργαλεία, με τα οποία αγοράζει ή πουλάει κανείς ένα προϊόν (μετοχές, δείκτες χρηματιστηρίων, εμπορεύματα, νομίσματα κλπ.), σε μία μελλοντική στιγμή και σε ορισμένες ποσότητες - έναντι μίας προκαθορισμένης, σημερινής τιμής.

Το προϊόν αυτό (κηροζίνη για παράδειγμα), μπορεί είτε να το αγοράσει κάποιος στο μέλλον, στην τιμή που επιλέγει σήμερα, είτε να πουλήσει το συμβόλαιο αγοράς που έχει συνάψει. Τη στιγμή που αγοράζεται το παράγωγο, πληρώνει κανείς ένα μικρό μέρος της αξίας του προϊόντος – ενώ η πλήρης εξόφληση του γίνεται στην ημερομηνία που έχει επιλέξει, για να αγοράσει το προϊόν στη φυσική του μορφή.
Τα παράγωγα δημιουργήθηκαν προς όφελος της πραγματικής οικονομίας – με την έννοια ότι μία επιχείρηση, με στόχο να διατηρήσει σταθερό το κόστος παραγωγής ή λειτουργίας της για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, αγόραζε τα προϊόντα που είχε ανάγκη (πετρέλαιο, πρώτες ύλες κλπ.), σε μία προκαθορισμένη τιμή, προκαταβάλλοντας ένα μέρος της αξίας τους.
Στη συνέχεια, τα παράγωγα εξελίχθηκαν σε «χρηματοπιστωτικά προϊόντα μαζικής καταστροφής» - με τα οποία οι περισσότεροι επενδυτές κερδοσκοπούν, χωρίς να έχουν καμία πρόθεση να αγοράσουν τα εμπορεύματα, στη φυσική τους μορφή.Τα πιο γνωστά παράγωγα προϊόντα είναι: (α) Τα προθεσμιακά συμβόλαια (β) τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (γ) τα δικαιώματα προαίρεσης (δ) τα προϊόντα δανεισμού τίτλων - ανοιχτών πωλήσεων και (ε) τα Swaps.


Αθήνα, 02. Φεβρουαρίου 2013